Category: Philosophy

Topic: Søren Kierkegaard

English version [Ακολουθεί και η ελληνική εκδοχή]

Søren Kierkegaard (May 5, 1815 - November 11, 1855) was a peculiar, very important existentialist Christian philosopher, a man who sought the meaning of life breathlessly, as few of men.

The central concept of his philosophy is the leap of faith . The leap of faith is Kierkegaard's view of how a person should believe in God. He supported that to believe means to doubt at the same time. According to him, when one truly has faith in God, at the same time he doubts the existence of God. Doubt is the rational part of one's thinking, without which faith would not be meaningful. Doubt is the rational part of one's thinking, without which faith would not be meaningful. Doubt is a necessary and fundamental element of faith. Someone who does not realize that Christian doctrine is inherently questionable and that there can be no objective certainty about his faith, he does not actually believe, he is simply impressionable.

For example, it is not difficult to believe that there is a pencil or table as long as one can see and touch it. Similarly, believing in God means knowing that although he may have no sensory or other perception of God, yet he believes in God.





Ελληνική εκδοχή

«Πριν από το άλμα προς την πίστη ο Αβραάμ, όπως και κάθε άλλος από μας που στοχεύει, πέρα από την φθορά και την μιζέρια του κόσμου μας, στην αιωνιότητα, είναι αντιμέτωπος με το δίλημμα: είτε η αιωνιότητα είτε η καταστροφή, ή θα κερδίσεις το παν ή θα τα χάσεις όλα. Είναι μια ζαριά που όταν καθίσει το ζάρι, στο οποίο είναι χαραγμένες επάνω του οι λέξεις ‘όλα’ και ‘τίποτε’, θα ξέρεις πια αν κέρδισες το παν ή αν έχασες τα πάντα. Δεν υπάρχει, όμως, άλλος δρόμος για να φτάσεις στην ποθητή αιωνιότητα εκτός από το δίλημμα αυτό που συνοδεύει το άλμα σου προς την πίστη. Ασφαλώς, αποφεύγοντας να κάνεις το άλμα προς την πίστη δεν θα ζήσεις την τραγωδία του διλήμματος ‘ή όλα ή τίποτε’, αλλά είναι βέβαιο εκ των προτέρων ότι θα έχεις διαγράψει από τον ορίζοντα της ζωής σου κάθε ελπίδα να κερδίσεις την αιωνιότητα, προς την οποία ταυτίζεται η απόλυτη ευτυχία» (Θ. Πελεγρίνης: Κίρκεγκωρ)

« ‘Μια φορά ζούμε’, λέει ένας, και θέλει να πάει στο Παρίσι πριν πεθάνει. ‘Μια φορά ζούμε’, λέει ένας άλλος, και θέλει να κάνει περιουσία πριν πεθάνει. ‘Μια φορά ζούμε’, λέει ένας τρίτος, και θέλει να δοξαστεί.
Όλοι θέλουν κάτι και το θέλουν πριν πεθάνουν, γιατί ζουν μόνο μια φορά! Κι όταν φτάσουν στο τέλος και η επιθυμία του παραμένει ανεκπλήρωτη, ανασηκώνονται απελπισμένοι από το κρεβάτι τους και λένε: ‘Τι κρίμα που δεν έγινε αυτό που ήθελα. Πάει η ζωή μου, χαραμίστηκε!’
Όμως το κρίμα δεν είναι η ανεκπλήρωτη επιθυμία. Το κρίμα είναι η εμμονή τους σ’ αυτήν. Η ζωή τους δεν χαραμίστηκε επειδή η επιθυμία τους έμεινε ανεκπλήρωτη. Χαραμίστηκε γιατί αρνήθηκαν να κοιτάξουν πέρα από την επιθυμία, λες και η εκπλήρωσή της ήταν ολάκερη η ζωή τους». (Απόσπασμα από το Το κεντρί της ύπαρξης του Κίρκεγκωρ, μτφρ: Κώστας Νησιώτης)

«Αν η αμφιβολία είναι στην αρχή, τότε ο θεός χάνεται πολύ πριν το τέλος, και το άτομο απελευθερώνεται από τα καθήκοντα. Αλλά αν η βίωση της ενοχής είναι στην αρχή, τότε η έναρξη της αμφιβολίας καθίσταται αδύνατη και τότε κάποιος βιώνει την χαρά ότι υπάρχει πάντα γι’ αυτόν καθήκον. Όσο υπάρχει καθήκον υπάρχει ζωή και όσο υπάρχει ζωή υπάρχει ελπίδα. Πράγματι το ίδιο το καθήκον δεν είναι απλά η ελπίδα για ένα μελλοντικό χρόνο αλλά είναι ένα χαρούμενο παρόν… Αν κάποιος νιώθει ενοχή απέναντι στο θεό τότε υπάρχει πάντα κάτι να κάνει. Ενώ αν δεν υπάρχει κάτι να κάνει, με την έννοια ότι δεν έχει κανένα καθήκον, μόνο τότε η κατάστασή του είναι απελπιστική» (Søren Kierkegaard, Upbuilding Discourses in Various Spirits, trnl. to English, Hong p. 277, 279-280).

Ο Søren Kierkegaard (5 Μαΐου 1815 - 11 Νοε 1855) ήταν ένας ιδιότυπος πολύ σημαντικός υπαρξιστής χριστιανός φιλόσοφος, ένας άνθρωπος που αναζήτησε εναγώνια όσο ελάχιστοι το νόημα της ζωής.

Η κεντρική έννοια της φιλοσοφίας του είναι το άλμα πίστης. Το άλμα πίστης είναι η άποψη του Kierkegaard όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο θα πρέπει να πιστεύει στον θεό. Θεωρούσε δηλαδή ότι το να πιστεύει κανείς σημαίνει ότι ταυτόχρονα αμφιβάλλει. Κατ' αυτόν, όταν κάποιος έχει πράγματι πίστη στον Θεό, ταυτόχρονα αμφιβάλλει για την ύπαρξη του θεού. Η αμφιβολία αποτελεί το έλλογο μέρος της σκέψης του ατόμου, χωρίς την οποία η πίστη δεν θα είχε ουσιαστικό νόημα. Η αμφιβολία αποτελεί απαραίτητο και θεμελιώδες στοιχείο της πίστης. Κάποιος που δεν συνειδητοποιεί ότι το χριστιανικό δόγμα είναι εγγενώς αμφισβητήσιμο και ότι δεν μπορεί να υπάρχει αντικειμενική βεβαιότητα για την πίστη του, αυτός στην πραγματικότητα δεν πιστεύει, είναι απλά εύπιστος. Για παράδειγμα, δεν είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι υπάρχει το μολύβι ή το τραπέζι εφόσον μπορεί να το δει και να το αγγίξει. Παρόμοια, το να πιστεύει κανείς στον Θεό σημαίνει να γνωρίζει ότι αν και δεν μπορεί να έχει καμία αισθητηριακή ή άλλη αντίληψη του θεού, εν τούτοις πιστεύει στον θεό.

Η απόδειξη του Kierkegaard για την αθανασία της ψυχής έχει τη ρίζα της στον βαθμό που κάποιος επιθυμεί να ζήσει αιώνια.

Ο Kierkegaard πέθανε χωρίς να δεχθεί να λάβει την θεία κοινωνία από τον εφημέριο του ναού, επειδή θεωρούσε τους ιερείς όχι υπηρέτες του Θεού αλλά απλούς δημοσίους υπαλλήλους.