Category: Philosophy/ Theology

Topic: Bonaventura

English version [Ακολουθεί και η ελληνική εκδοχή]

Bonaventura (1221 - 15 July 1274), born as Giovanni di Fidanza , was an Italian Franciscan monk, philosopher and theologian of the Middle Ages, and a saint of the Catholic Church.

He has dealt with all available knowledge of his time and his writings are numerous, with philosophical and theological dominance. None of his work is purely philosophical, which shows the mutual penetration of philosophy and theology at the time.

His philosophical thinking has been particularly influenced by Platonic Augustine, in such extension that De Wulf regards him as the medieval spokesman for Augustinianism. He even adds Aristotelian elements to the Augustinian doctrine, notably as regards the illumination of the mind and the composition of humans and other living beings of matter and form. Another important influence was for him the secret thought of the pseudo-Dionysius the Areopagite.





Ελληνική εκδοχή

Bonaventura (1221 – 15 July 1274), γεννηθείς ως Giovanni di Fidanza, ήταν Ιταλός Φραγκισκανός μοναχός, φιλόσοφος και θεολόγος του Μεσαίωνα, και άγιος της Καθολικής Εκκλησίας.

Έχει ασχοληθεί με κάθε διαθέσιμη γνώση της εποχής του και τα γραπτά του είναι πολυάριθμα, με κυρίαρχα τα φιλοσοφικά και τα θεολογικά. Κανένα από τα έργα του δεν είναι καθαρά φιλοσοφικό, γεγονός που δείχνει την αμοιβαία είσδυση φιλοσοφίας και θεολογίας την εποχή εκείνη.

Η φιλοσοφική του σκέψη έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον Πλατωνικό Αυγουστίνο, τόσο πολύ ώστε ο De Wulf τον θεωρεί ως τον μεσαιωνικό εκπρόσωπο του Αυγουστινιανισμού. Προσθέτει μάλιστα Αριστοτελικά στοιχεία στο Αυγουστινιανό δόγμα, κυρίως όσον αφορά τον φωτισμό του νου και τη σύνθεση των ανθρώπων και των λοιπών ζώντων όντων από ύλη και μορφή. Άλλη σημαντική επίδραση αποτέλεσε γι’ αυτόν η μυστική σκέψη του ψευδο-Διονύσιου του Αρεοπαγίτη.

Στη φιλοσοφία ο Bonaventura παρουσιάζει μια χτυπητή αντίθεση με τους συγχρόνους του, Ρογήρο Βάκωνα (Roger Bacon), Αλβέρτο τον Μέγα (Albertus Magnus), και Θωμά Ακινάτη (Thomas Aquinas). Ενώ εκείνοι αντιπροσωπεύουν ένα συνδυασμό φυσικής επιστήμης στην νηπιακή της ηλικία και του Αριστοτελικού σχολαστικισμού στην τελειότερη μορφή του, ο Bonaventura εκπροσωπεί την μυστική και Πλατωνική πλευρά της σκέψης της εποχής, που είχαν ήδη βρει έκφραση σε κάποια έκταση στους Hugo και Richard of St. Victor, Alexander of Hales, και Bernard of Clairvaux. Σε αυτόν, το καθαρά διανοητικό στοιχείο, αν και ποτέ εντελώς απόν, είναι μικρότερου ενδιαφέροντος συγκρινόμενο με την ζώσα δύναμη της τρυφερότητας και της καρδιάς.

Σαν τον Θωμά Ακινάτη, με τον οποίο συμμεριζόταν πολλά βαθιά φιλοσοφικά και θεολογικά ζητήματα, πολεμούσε ζωηρά την Αριστοτελική έννοια της αιωνιότητας του κόσμου, αν και ο Ακινάτης δεχόταν τη θεωρητική δυνατότητα ενός αιώνιου σύμπαντος. Ο Bonaventura δέχεται το νέο-Πλατωνικό δόγμα ότι οι μορφές δεν υπάρχουν ως ξεχωριστές ζώσες οντότητες αλλά ως πρότυπα ή αρχέτυπα μέσα στον νου του θεού, σύμφωνα με τις οποίες σχηματίστηκαν τα πραγματικά αντικείμενα.

Επίσης όπως και ο Ακινάτης και άλλοι φιλόσοφοι και θεολόγοι του 13ου αιώνα πίστευαν ότι είναι δυνατή η απόδειξη της ύπαρξης του θεού και της αθανασίας της ψυχής. Ανέπτυξε διάφορα επιχειρήματα για την ύπαρξη του θεού, περιλαμβάνοντας εκδοχές του οντολογικού επιχειρήματος του Αγ. Άνσελμου και του επιχειρήματος του Αυγουστίνου από τις αιώνιες αλήθειες. Το κύριο επιχείρημά του για την αθανασία της ψυχής προσφεύγει στην φυσική επιθυμία των ανθρώπων για τέλεια ευτυχία και θυμίζει το επιχείρημα του C. S. Lewis από την επιθυμία. Αντίθετα από τον Ακινάτη, δεν πίστευε ότι η φιλοσοφία ήταν ένας αυτόνομος κλάδος που μπορούσε να προχωρήσει αυτόνομα ανεξάρτητα από τη θεολογία. Θεωρούσε ότι κάθε φιλόσοφος που στερείται το φως της πίστης είναι αναπόφευκτο να υποπέσει σε σοβαρά λάθη.