Category: Science.Political Science

Topic: Hugo Grotius

English version [Ακολουθεί και η ελληνική εκδοχή]

Hugo Grotius (10 April 1583 - 28 August 1645), also known as Huig de Groot or Hugo de Groot , was a Dutch lawyer and humanitarian, who studied at Delft and Leiden. He is a man, through whose life and work one can get to know in detail the whole spiritual and conflicting atmosphere of Europe at this time of intra-Calvinist debates and the two great wars: the 80-year war between Spain and the Netherlands and the 30-years war between Catholic and Protestant States.

Along with earlier works by Francisco de Vitoria and Alberico Gentili, he laid the groundwork for international law, and especially the law of of the seas and the law of war, based on natural law. Mentally he was a miracle child and then really evolved into a great man at the end of the Renaissance, a fighter for human rights and a supporter of peace as a supreme good. Indeed, apart from his legal interventions, he takes up all the hot issues of the period, such as the separation of church-state, the support of the more rational aspects of the Arminians Remonstrants against the then dominant in the Netherlands relentless Calvinism. He naturally came into conflict with the authorties, he was imprisoned and spent a long time in exile in France as a defender of Louis XIII.

In his work Mare Liberum (Free Sea) published in 1609, Grotius formulated the new principle that the sea is an international territory where all nations are free to use it commercially. Of course, such a position was also a convenient excuse for the Netherlands to attempt to break the Spanish and Portuguese trade monopolies. England, which was competing strongly with the Netherlands at the time, reacted immediately to Grotius's principle by proclaiming the doctrine of the Mare clausum by John Selden , believing that " the sovereignty of the British Sea or the British Isles is and always has been a Part or Appendix of the British Empire. "

Regarding his attitude in the intra-Protestant disputes that plagued the Netherlands it should be noted that the dominant doctrine in the country was Calvinism with its well-known theory of absolute destination, according to which God has already selected the people who will win the eternal Paradise and those who will be condemned to eternal hell, that is to say, a religion where the free initiative of men is of no decisive importance. This strange and extremely absurd position of Calvinism is rooted in some passages from the Paul's Letters but also from Augustine, who, although a rationalist and deeply Platonic philosopher, had adopted this absurdity. Calvinism also follows the main line of Protestantism, which Martin Luther followed, according to Paul's philosophy, that human is saved by his faith and not by his works, which will always be incomplete counted by the divine law. However, Arminius and his followers (Arminians or Remonstrants) soften and rationalize to some degree the absolute position of the Calvinistic destination, declaring that God has the will to save, through his grace, all people but it is up to them and their free will if they accept to believe in him and thus allow his divine grace to work on their salvation.

The controversy erupted when Remonstrant theologian Conrad Vorstius was elected to replace Jacobus Arminius at Leiden Theology. Vorstius appeared to the anti-Remonstrants to have moved beyond Arminius's already heretical teachings towards Socinianism and was accused of teaching atheism. Socinianism espoused perfectly rational positions, such as the denial of Christ's existence before he was conceived in the womb of Mary, that people had been mortified, and that they would die whether they ate the fruit of the knowledge of good and evil or not, atonement through Christ irrespective of their own deeds, that God's predestination concerned only the necessary truths of the functioning of the world and not the events that depend on the free will of individuals.

Grotius went into the fight defending political power to appoint independently of the desire of the ecclesiastical authorities. He did so by writing Ordinum Pietas , a booklet against Calvinist Lubbertus, ordered by the authorities of the Dutch States, although he himself intended also to do so. Grotius then wrote the De Satisfactione to defend the Remonstrants in order to prove the distance of the Arminians' positions from those of the Socinians

Living in the years of the 80-year war between Spain and the Netherlands and the 30-year war between Catholic and Protestant States, Grotius dealt with in depth the issues of conflicts between states and religions. His main writing work was written in prison and published during his exile in Paris and is a monumental attempt to limit such conflicts on the basis of broader moral consensus. So Grotius writes: "Absolutely convinced ... that there is a common law between nations, which applies to the conditions of war, I had many and important reasons to undertake to write on this subject. Throughout Christendom I have noticed a lack of restraint with regard to war, such that even barbaric tribes would be ashamed. I have noticed that people take up arms for trivial reasons or even no cause and when they have taken up arms there is no respect for the law, the divine or the human".

Grotius's idea of ​​natural law had a powerful influence on the philosophical and theological controversies of the time and on the political formation of the 17th and 18th centuries. Among those influenced were Samuel Pufendorf and John Locke, and through these philosophers Grotius's thought became part of the cultural background of the Glorious Revolution in England and the American Revolution. In Grotius's thought, nature was not an entity in itself but a creation of God. So his idea of ​​natural law has theological foundations.





Ελληνική εκδοχή

Ο Hugo Grotius (10 April 1583 – 28 August 1645), γνωστός και ως Huig de Groot ή Hugo de Groot ήταν Ολλανδός νομικός και ανθρωπιστής που σπούδασε στο Delft και το Leiden. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που μέσα από τη ζωή και το έργο του μπορεί κάποιος να γνωρίσει σε λεπτομέρειες όλο το πνευματικό και συγκρουσιακό κλίμα της Ευρώπης την εποχή αυτή των ενδο-Καλβινιστικών διαμαχών και των δυο μεγάλων πολέμων του 80ετούς Πολέμου μεταξύ Ισπανίας και Κάτω Χωρών και του 30ετούς Πολέμου μεταξύ καθολικών και προτεσταντικών κρατών.

Μαζί με τα πρωιμότερα έργα των Francisco de Vitoria και Alberico Gentili, έθεσε τις βάσεις για το διεθνές δίκαιο, και ειδικά το δίκαιο των θαλασσών και το δίκαιο του πολέμου, με βάση το φυσικό δίκαιο. Διανοητικά ήταν παιδί θαύμα και στη συνέχεια εξελίσσεται πραγματικά σε ένα άνθρωπο σταθμό τους τέλους της Αναγέννησης, αγωνιστή για τα δίκαια του ανθρώπου και υποστηρικτή της ειρήνης ως ύψιστου αγαθού. Πράγματι εκτός από τις νομικές παρεμβάσεις του παίρνει θέση σε όλα τα καυτά ζητήματα της περιόδου, όπως τον διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας, την υποστήριξη των ορθολογικότερων πλευρών του προτεσταντισμού των Αρμινιανών (Arminians Remonstrants) έναντι του κυρίαρχου τότε στις Κάτω Χώρες ψυχρού και αδυσώπητου Καλβινισμού. Όπως ήταν φυσικό ήρθε σε σύγκρουση με τους κρατούντες, φυλακίστηκε και έζησε εξόριστος για μεγάλο διάστημα στη Γαλλία ως προστατευόμενος του Λουδοβίκου ΙΓ’.

Όπως γράφει ο Hedley Bull (1990): "Η ιδέα της διεθνούς κοινωνίας που προωθούσε ο Grotius έγινε χειροπιαστή με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) του τέλους του Τριακονταετούς Πολέμου μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, της οποία - αν και δεν πρόλαβε – μπορεί να θεωρηθεί ο πνευματικός πατέρας της, μιας συνθήκης που αποτελεί την πρώτη συνθήκη ειρήνης του σύγχρονου κόσμου".

Στο έργο του Mare Liberum (Ελεύθερη Θάλασσα), εκδοθέν το 1609, ο Grotius διατύπωσε τη νέα αρχή ότι η θάλασσα είναι διεθνής επικράτεια όπου όλα τα έθνη είναι ελεύθερα να την χρησιμοποιούν με εμπορικούς σκοπούς. Βέβαια μια τέτοια θέση ήταν και βολική δικαιολογία για την Ολλανδία που επιχειρούσε να σπάσει τα εμπορικά μονοπώλια των Ισπανών και των Πορτογάλων. Η Αγγλία, που ανταγωνιζόταν έντονα εκείνη την περίοδο την Ολλανδία αντέδρασε άμεσα στην αρχή αυτή του Grotius διακηρύσσοντας το δόγμα της Mare clausum (Κλειστή Θάλασσα) από τον John Selden, θεωρώντας ότι "η Κυριαρχία της Βρετανικής Θάλασσας ή αυτής που περιλαμβάνει την Νήσο της Μεγάλης Βρετανίας είναι και πάντα ήταν Μέρος ή Παράρτημα της Αυτοκρατορίας της Νήσου".

Όντας σε στενή σχέση με τον Μεγάλο Επιδοματούχο και Σύμβουλο (Great Pensionary) της Ολλανδίας Van Oldenbarnevelt, ο Grotius ανήλθε πολιτικά με γρήγορους ρυθμούς, γινόμενος πολίτης σύμβουλος του Oldenbarnevelt το 1605, Γενικός Συνήγορος (Advocate General) του Fisc της Ολλανδίας, της Zeeland και της Friesland το 1607, και κατόπιν Επιδοματούχος Σύμβουλος (Pensionary) του Rotterdam (το αντίστοιχο του Δημάρχου) το 1613.

Σε σχέση με την στάση του στις ενδο-Προτεσταντικές έριδες που μάστιζαν την Ολλανδία πρέπει να σημειωθεί ότι το κυρίαρχο δόγμα στην χώρα ήταν ο Καλβινισμός με την γνωστή του θεωρία περί απόλυτου προορισμού, σύμφωνα με την οποία ο θεός έχει προδιαγράψει τους ανθρώπους που θα κερδίσουν τον αιώνιο Παράδεισο και εκείνους που θα καταδικαστούν στην αιώνια κόλαση, πρόκειται δηλαδή για μια θρησκεία όπου η ελεύθερη πρωτοβουλία των ανθρώπων δεν έχει καμία καθοριστική σημασία. Η παράξενη και εξόχως παράλογη αυτή θέση του Καλβινισμού έχει τις ρίζες της σε κάποια χωρία από τις Επιστολές του Παύλου αλλά και τον Αυγουστίνο, ο οποίος αν και ορθολογιστής και βαθύς πλατωνικός φιλόσοφος είχε υιοθετήσει αυτόν τον παραλογισμό. Επίσης ο Καλβινισμός ακολουθεί την κύρια γραμμή του Προτεσταντισμού που είχε παρουσιάσει αναλυτικά ο Μαρτίνος Λούθηρος ως συνεχιστής της φιλοσοφίας του Παύλου ότι ο άνθρωπος σώζεται με βάση την πίστη του και όχι τα έργα του, τα οποία θα είναι πάντα ελλιπή σε σχέση με τον θείο νόμο. Ο Arminius όμως και οι ακόλουθοί του Arminians ή Remonstrants απαλύνουν και εξορθολογίζουν σε κάποιο βαθμό την απόλυτη θέση του Καλβινιστικού προορισμού, διακηρύσσοντας ότι ο θεός θα ήθελε με την χάρη του να σώσει όλους τους ανθρώπους αλλά εξαρτάται από αυτούς και την ελεύθερη βούλησή τους αν αποδεχθούν να πιστέψουν σε αυτόν και έτσι να επιτρέψουν στη θεία χάρη να ενεργήσει πάνω τους το σωτήριο έργο του.

Είχε ξεσπάσει λοιπόν διαμάχη μεταξύ του καθηγητή θεολογίας στο Leiden Jacobus Arminius και τους ακολούθους του (Arminians ή Remonstrants) από τη μία και του αυστηρού Καλβινιστή θεολόγου Franciscus Gomarus, του οποίου οι υποστηρικτές λέγονταν Gomarists ή αντι-Remonstrants. Η διαμάχη απλώθηκε όταν ο Remonstrant θεολόγος Conrad Vorstius επελέγη να αντικαταστήσει τον Jacobus Arminius στην έδρα θεολογίας στο Leiden. Ο Vorstius φαινόταν στους αντι-Remonstrants να έχει μετακινηθεί πέραν των ήδη αιρετικών κατ’ αυτούς διδασκαλιών του Arminius προς τον Σοκινιανισμό (Socinianism) και κατηγορήθηκε ότι διδάσκει την αθεΐα. Ο Σοκινιανισμός πρέσβευε απολύτως ορθολογικές θέσεις όπως την άρνηση της προΰπαρξης του Χριστού προτού συλληφθεί στην μήτρα της Μαρίας, ότι οι άνθρωποι είχαν πλαστεί θνητοί και ότι θα πέθαιναν είτε έτρωγαν τον καρπό της γνώσης του καλού και του κακού είτε όχι, δεν δέχονταν την καθησυχαστική τοποθέτηση της εξιλέωσης μέσω του Χριστού ανεξαρτήτως των δικών τους πράξεων, ότι ο προκαθορισμός εκ μέρους του θεού αφορούσε μόνο τις αναγκαίες αλήθειες λειτουργίας του κόσμου και όχι τα γεγονότα που εξαρτώνται από την ελεύθερη βούληση των ατόμων. Επικεφαλής της πρόσκλησης για απομάκρυνση του Vorstius ήταν ο καθηγητής θεολογίας Sibrandus Lubbertus. Οι αντι-Remonstrants υποστηρίζονταν επίσης από τον βασιλιά της Αγγλίας Ιάκωβο Α’ που ανακήρυξε τον Vorstius επικίνδυνο αιρετικό και διέταξε να καούν δημοσίως τα βιβλία του στο Λονδίνο, το Cambridge, και την Οξφόρδη και προσπαθούσε μέσω του πρεσβευτή του στη Χάγη να ακυρώσει τον διορισμό του Vorstius.

Ο Grotius μπήκε στη διαμάχη υπερασπιζόμενος την πολιτική εξουσία να διορίζει ανεξάρτητα από την επιθυμία των εκκλησιαστικών αρχών. Το έκανε γράφοντας την Ordinum Pietas, ένα φυλλάδιο εναντίον του Καλβινιστή Lubbertus, κατ’ εντολή των αρχών των Πολιτειών της Ολλανδίας, παρότι είχε κατά νουν και ο ίδιος να το κάνει. Το έργο αυτό 27 σελίδων ήταν έντονα πολεμικό και βρήκε σθεναρή αντίδραση από τους αντι-Remonstrants, και του στοίχισε το εκτεταμένο κύμα αντίδρασης εναντίον του μέχρι τη φυλάκιση του το 1618. Ο Grotius έγραψε στη συνέχεια το De Satisfactione προς υπεράσπιση των Remonstrants με σκοπό να αποδείξει την απόσταση των θέσεων των Arminians από αυτές των Σοκινιανών (Socinians).

Οδηγημένες από τον Oldenbarnevelt, οι Πολιτείες της Ολλανδίας πήραν επίσημα θέση θρησκευτικής ανοχής απέναντι τόσο στους Remonstrants όσο και στους αντι-Remonstrants. Ο Grotius εκλήθη να γράψει μια έδικτο (διάταγμα) που να εκφράζει αυτήν την πολιτική της ανεκτικότητας. Η έδικτος αυτή, υπό τον τίτλο Decretum pro pace ecclesiarum ολοκληρώθηκε το 1613-1614 περιείχε τις βασικές θέσεις του Grotius για την νομική εξουσία της πολιτείας έναντι της εκκλησίας, σύμφωνα και με το πνεύμα του Erastus, και επίσης κήρυττε ότι μόνο οι βασικές θρησκευτικές αρχές πρέπει να επιβάλλονται νομικά (όπως η ύπαρξη του θεού και της πρόνοιας του) αλλά οι σκοτεινές και άνευ σημασίας δοξασίες να είναι ζητήματα ατομικής συνείδησης. Η έδικτος αυτή της ανεκτικότητας και της μετριοπάθειας ενισχύθηκε από τον Grotius με 31 σελίδες ρητών που σχετίζονται και με τα 5 βασικά άρθρα των Remonstrants. Η αντίδραση ήρθε με το Responsio Ad Pietatem Hugonis Grotii του Lubbertus εκδοθέν το 1614. Αργότερα μες στη χρονιά απάντησε ο Grotius στον Lubbertus ανώνυμα με το Bona Fides Sibrandi Lubberti.

Η Αρμινιανή θεολογία είναι η βάση των μεταγενέστερων γνωστών θρησκευτικών κινήσεων του Μεθοδισμού (Methodism) και των Πεντηκοστιανών (Pentecostalism). Ο Grotius αναγνωρίζεται ως η σημαντικότερη μορφή στη διαμάχη Αρμινιανών και Καλβινιστών. Λόγω της θεολογικής θεμελίωσης εκ μέρους του των αρχών του ελεύθερου εμπορίου (free trade), χαρακτηρίζεται και ως οικονομικός θεολόγος (economic theologist).

Η διαμάχη μεταξύ πολιτικών και εκκλησιαστικών αρχών κλιμακώθηκε και ο Oldenbarnevelt για να επιβάλει την πολιτική γραμμή των Πολιτειών πρότεινε τελικά να έχουν το δικαίωμα οι τοπικές εξουσίες να διατηρούν στρατό (Sharp Resolution of August 4, 1617). Αυτό το μέτρο υπονόμευσε την εξουσία του κύριου αντιπάλου του, Γενικού Στρατηγού της Δημοκρατίας, Maurice of Nassau, Πρίγκιπα της Οράνγκης (Prince of Orange).

Η διαμάχη μεταξύ του Μαυρίκιου (Maurice) και των Πολιτειών της Ολλανδίας υπό τον Oldenbarnevelt και τον Grotius κορυφώθηκε τον Ιούλιο του 1618 όταν η πλειοψηφία των Πολιτειών εξουσιοδότησε τον Μαυρίκιο να αφοπλίσει τα στρατεύματα στην Ουτρέχτη. Ο Grotius ανέλαβε την αποστολή να υποστηρίξει τις Πολιτείες της Ουτρέχτης στην αντίστασή τους κατά του Μαυρίκιου, αλλά τελικά ο Μαυρίκιος υπερίσχυσε και εξουσιοδοτήθηκε από τις Πολιτείες να συλλάβει τους Oldenbarnevelt, Grotius και Rombout Hogerbeets την 29η Αυγούστου 1618. Δικάστηκαν από ένα ειδικό δικαστήριο και η απόφαση ήταν καταδικαστική με ποινή θανάτου για τον Van Oldenbarnevelt που αποκεφαλίστηκε και ισόβια φυλάκιση για τον Grotius στο Loevestein Castle.

Το 1621, με τη βοήθεια της συζύγου του και της υπηρέτριάς του ο Grotius κατάφερε να αποδράσει από το κάστρο μέσα σε ένα μπαούλο με βιβλία και να μεταβεί στο Παρίσι. Ζώντας στα χρόνια του 80ετούς Πολέμου μεταξύ Ισπανίας και Κάτω Χωρών και του 30ετούς Πολέμου μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντικών Κρατών, ο Grotius ασχολήθηκε σε βάθος με τα ζητήματα των συγκρούσεων μεταξύ κρατών και θρησκειών. Το κύριο συγγραφικό έργο του γράφτηκε στη φυλακή και εκδόθηκε κατά την εξορία του στο Παρίσι και αποτελεί μια μνημειώδη προσπάθεια περιορισμού τέτοιων συγκρούσεων στη βάση μιας ευρύτερης ηθικής συναίνεσης. Γράφει λοιπόν ο Grotius: «Απόλυτα πεπεισμένος... ότι υπάρχει ένας κοινός νόμος μεταξύ των εθνών, που να ισχύει και για τις συνθήκες πολέμου, είχα πολλούς και βαρύνοντες λόγους να αναλάβω να γράψω πάνω σε αυτό το αντικείμενο. Σε όλον τον Χριστιανικό κόσμο παρατήρησα έλλειψη περιορισμού σε σχέση με τον πόλεμο, τέτοια που θα ντρέπονταν ακόμη και οι βαρβαρικές φυλές. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι παίρνουν τα όπλα για ασήμαντες αιτίες ή και καμία αιτία και όταν πλέον έχουν πάρει τα όπλα δεν υπάρχει κανένας σεβασμός για τον νόμο, θείο ή ανθρώπινο. Είναι σαν από ένα γενικό διάταγμα μια φρενίτιδα να κυριαρχεί και να επιτρέπει να διαπράττονται όλα τα εγκλήματα». Το De jure belli ac pacis libri tres (Περί του Νόμου του Πολέμου και της Ειρήνης: Τρία βιβλία) εκδόθηκε το 1625, αφιερωμένο στον τότε πάτρωνα του Grotius, Λουδοβίκο ΙΓ’.

Η ιδέα του Grotius για το φυσικό δίκαιο είχε ισχυρή επίδραση στις φιλοσοφικές και θεολογικές διαμάχες της εποχής και τη πολιτική διαμόρφωση του 17ου και του 18ου αιώνα. Μεταξύ αυτών που επηρεάστηκαν ήταν ο Samuel Pufendorf και ο John Locke, και μέσω αυτών των φιλοσόφων η σκέψη του Grotius έγινε μέρος του πολιτιστικού υπόβαθρου της Ένδοξης Επανάστασης (Glorious Revolution) στην Αγγλία και της Αμερικανικής Επανάστασης. Στη σκέψη του Grotius, η φύση δεν ήταν μια οντότητα καθεαυτή αλλά δημιουργία του θεού. Οπότε η ιδέα του για το φυσικό δίκαιο έχει θεολογικά θεμέλια.

Πολλοί εξόριστοι Remonstrants ξεκίνησαν να επιστρέφουν στις Κάτω Χώρες μετά τον θάνατο του Πρίγκιπα Μαυρίκιου το 1625, μετά από διάταγμα ανοχής απέναντί τους.Το 1630 τους δόθηκε απόλυτη ελευθερία να χτίζουν και να λειτουργούν ναούς και να ζουν οπουδήποτε στην Ολλανδία. Οι Remonstrants υπό τον Johannes Wtenbogaert εγκατέστησαν ένα πρεσβυτεριανό οργανισμό. Ξεκίνησαν μάλιστα ένα θεολογικό σεμινάριο στο Άμστερνταμ όπου εκλήθη ο Grotius να διδάξει μαζί με τους Episcopius, van Limborch, de Courcelles και Leclerc.

Το 1634 δόθηκε στον Grotius η ευκαιρία να υπηρετήσει ως πρεσβευτής της Σουηδίας στη Γαλλία. Ο μόλις αποθανών βασιλιάς της Σουδίας Gustavus Adolphus ήταν θαυμαστής του Grotius, έλεγαν μάλιστα ότι πάντα είχε στη σέλα του αλόγου του όταν ηγείτο των στρατευμάτων του ένα αντίγραφο του De jure belli ac pacis. Αναχωρώντας ο Grotius από μια επίσκεψή του στη Σουηδία ναυάγησε το πλοίο του και τα κύματα τον έβγαλαν στην ακτή σε άθλια κατάσταση, οπότε άρρωστος και ταλαιπωρημένος πέθανε την 28η Αυγούστου του 1645.