Category: Philosophy.Simiotics

Topic: Charles Peirce

English version [Ακολουθεί και η ελληνική εκδοχή]

Charles Sanders Peirce (September 10, 1839 - April 19, 1914) was an American philosopher, logician, and mathematician. He is considered the founder of the simiotics branch. Innovative in mathematics, statistics, philosophy, and research methodology, Peirce considered himself primarily a logician. He even considered logic as a typical branch of semiotics .

The basis of his semantics is a ternary relation of terms: " sign is some A that brings some B, an interpretant defined or created by A, in the same type of correspondence with a C, which is the object . " (Peirce 1902)





Ελληνική εκδοχή

Ο Charles Sanders Peirce (September 10, 1839 – April 19, 1914) ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, λογικιστής και μαθηματικός. Θεωρείται ο ιδρυτής του κλάδου της σημειωτικής (simiotics). Καινοτόμος στα μαθηματικά, τη στατιστική, τη φιλοσοφία, την ερευνητική μεθοδολογία, ο Peirce θεωρούσε κυρίως τον εαυτό του λογικιστή. Θεωρούσε μάλιστα την λογική ως τυπικό κλάδο της σημειωτικής.

Η βάση της σημειωτικής του είναι μια τριαδική σχέση όρων: «Σημείο (sign) είναι κάποιο Α που φέρνει κάποιο Β, ένα ερμηνευτικό σημείο – ερμηνεία – σημασία (interpretant) του Α ορισμένο ή δημιουργημένο από το Α, στον ίδιο τύπο αντιστοιχίας με κάποιο C, το αντικείμενό του (object)». (Peirce 1902).

Το ερμηνευτικό σημείο μπορεί να κατανοηθεί ως ένα αποτέλεσμα του αρχικού σημείου στο νου ή σε οτιδήποτε δρα ως νους (quasi-mind). Είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας της ερμηνείας, μιας από τις δραστηριότητες που εντάσσονται στον χώρο της σημειωτικής. Μια σύντομη περιγραφή της λειτουργίας αυτής της τριάδας είναι ότι ένα σημείο (sign) αναπαριστά ένα αντικείμενο (object) σε ένα μεσάζοντα, τον ερμηνευτή (interpreter). Τελικά βέβαια το σημαντικότερο στην όλη διαδικασία είναι το αποτέλεσμα του σημείου στον μεσάζοντα. Αυτό είναι που αποκαλεί ο Peirce ερμηνευτικό σημείο (interpretant sign), ή πιο σύντομα ερμηνευτικό (interpretant). Το ερμηνευτικό στην απλούστερη μορφή του είναι η σημασία ενός σημείου, το νόημά του, ο αντίκτυπός του. Τονίζει μάλιστα ιδιαίτερα την αξία της σημειωτικής διαδικασίας που προχωρά από σκοτεινά σημεία σε σχετικά καθαρά ερμηνευτικά.

Ο Peirce ισχυριζόταν ότι η λογική είναι η τυπική μελέτη των σημείων με την ευρύτερη έννοια, όχι μόνο των σημείων που είναι τεχνητά, γλωσσικά ή συμβολικά, αλλά και των πρωταρχικότερων εικόνων ή των δεικτών. Θεωρούσε ότι «όλο το σύμπαν διαπερνάται από σημεία, αν δεν συντίθεται αποκλειστικά από σημεία», μαζί με τις αναπαραστατικές και συμπερασματικές σχέσεις τους. Επίσης υποστήριζε ότι, εφόσον κάθε σκέψη παίρνει χρόνο, τότε κάθε σκέψη γίνεται με σημεία: «Λέγοντας ότι η σκέψη δεν μπορεί να συμβεί στιγμιαία, αλλά απαιτεί χρόνο, είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε ότι κάθε σκέψη πρέπει να ερμηνευτεί μέσω μιας άλλης, ή ότι όλες οι σκέψεις είναι σε σημεία». (Peirce, 1868).

Η σημειωτικότητα (signhood) είναι ένας τρόπος του είναι σε σχέση και όχι ένας τρόπος του είναι καθεαυτού. Κάθε τι είναι ένα σημείο –όχι ως αυτό το ίδιο αλλά σε κάποια σχέση με κάτι άλλο. Ο ρόλος του σημείου συνίσταται ως ένας ρόλος μεταξύ τριών: αντικείμενο (object), σημείο (sign), και ερμηνευτικό σημείο (interpretant sign). Πρόκειται για μια μη αναγώγιμη τριαδική σχέση όπου οι ρόλοι είναι διακεκριμένοι ακόμη και αν τα πράγματα που αναλαμβάνουν τους ρόλους δεν είναι. Οι ρόλοι είναι οι εξής τρεις: ένα σημείο ενός αντικειμένου οδηγεί σε ερμηνευτικά, τα οποία ως σημεία και αυτά, οδηγούν σε περαιτέρω ερμηνευτικά. Σε διάφορες σχέσεις το ίδιο πράγμα μπορεί να είναι σημείο (sign) ή σημειωτικό αντικείμενο (semiotic object). Ο Peirce βασίστηκε σε μαθηματικές ιδέες σχετικά με την αναγωγιμότητα των σχέσεων – δυαδικών, τριαδικών, τετραδικών και λοιπών. Σύμφωνα με την Θέση Αναγωγών (Reduction Thesis) του Peirce: (a) οι τριάδες είναι αναγκαίες καθώς οι αυθεντικά τριαδικές (triadic) σχέσεις δεν μπορούν να αναλυθούν πλήρως σε μοναδικές (monadic) και δυαδικές (dyadic) κατηγορήσεις και (b) οι τριάδες είναι επαρκείς διότι δεν υπάρχουν αυθεντικά τετραδικές ή μεγαλύτερες πολλαπλές (polyadic) σχέσεις, δηλαδή όλες οι υψηλότερες n-αδικές (n-adic) σχέσεις μπορούν να αναλυθούν μέσω των τριαδικών ή χαμηλότερων σχέσεων. Ο Peirce και άλλοι, όπως οι Robert Burch (1991) και Joachim Hereth Correia, Reinhard Pöschel (2006), έχουν δώσει αποδείξεις για την Θέση Αναγωγών. Σύμφωνα με τον Peirce, μια αυθεντικά μοναδική κατηγόρηση εκφράζει ποιότητα, ενώ μια αυθεντικά δυαδική κατηγόρηση εκφράζει αντίδραση ή αντίσταση. Μια αυθεντικά τριαδική κατηγόρηση εκφράζει αναπαράσταση ή μεσολάβηση. Οπότε η θεωρία σχέσεων του Peirce υπογραμμίζει την φιλοσοφική του θεωρία των τριών βασικών κατηγοριών.

Η σημειωτική τριάδα του Peirce (σημείο – αντικείμενο – σημασία) αντιστοιχεί με τις 3 λεγόμενες κατηγορίες του: πρωτότητα, δευτερότητα και τριτότητα. Η πρωτότητα/ firstness είναι το σήμα (το σήμα το ίδιο), η δευτερότητα/ secondnessαναφορά του σήματος στο αντικείμενο), η τριτότητα/ thirdness (το σήμα ως αναπαράσταση μιας σημασίας).

Η εξήγηση που δίνει ο Eco στην ανάλυση των κατηγοριών του Peirce είναι πολύ κατατοπιστική: Στη φάση της πρωτότητας συνειδητοποιούμε ότι είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι. Για να πούμε πως υπάρχει, πως κάτι στέκεται απέναντί μας (ως αντικείμενο) πρέπει ήδη να έχουμε έρθει στην δευτερότητα. Τελικά, περνώντας στη τριτότητα, που εμπεριέχει γενίκευση, περνάμε στην αντιληπτική κρίση. Με αυτή την έννοια η πρωτότητα αντιστοιχεί στο πρωταρχικό σημείο, η δευτερότητα αντιστοιχεί στο αντικείμενο και η τριτότητα αντιστοιχεί στην ερμηνεία, τη σημασία, την αντιληπτική κρίση.

Ας δούμε αυτές τις τρεις καταστάσεις ως αντιληπτικές διαδικασίες, όπου υπεισέρχονται και οι βασικές έννοιες της σημειωτικής του Peirce: εικόνα (icon), δείκτης (index), σύμβολο (symbol), και πάλι μέσα από τη ζωντανή γλώσσα του Eco. Η πρωτότητα είναι η πρώτη αίσθηση (qualia), όπου η συνείδηση βρίσκεται σε μια κατάσταση απόλυτης και άχρονης μοναδικότητας, όπου νιώθουμε μέσω των αισθήσεων μας μια πρώτη εικόνα. Είμαστε στο στάδιο της εικόνας (icon). Αμέσως μετά περνάμε στη επόμενη φάση της δευτερότητας, όπου αποδίδουμε την εικόνα σε ένα αντικείμενο, σε αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας. Αυτό είναι η αίσθηση, διάμεση στιγμή ανάμεσα στην πρωτότητα και τη δευτερότητα, μεταξύ εικόνας (icon) και δείκτη (index). Το πρώτο ερέθισμα που επεξεργαζόμαστε με σκοπό να το εντάξουμε σε μια αντιληπτική κρίση είναι δείκτης του γεγονότος ότι υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει αντιληπτό. Κάτι εμφανίζεται μπροστά μας, είναι όμως μια χονδροειδής παρουσία που δεν κάνει καμία έκκληση στη λογική. Είναι μια καθαρή ατομικότητα ανόητη ακόμη καθ’ εαυτήν. Στο σημείο αυτό έρχεται στο προσκήνιο η αντιληπτική κρίση και βρισκόμαστε πλέον στη φάση της τριτότητας. Όταν για παράδειγμα λέω ότι αυτό είναι μια κίτρινη καρέκλα, ήδη έχω συστήσει μέσω υπόθεσης μια κρίση πάνω στο παρόν περιεχόμενο της αντίληψής μου. Αυτή η κρίση δεν αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο της αντίληψης. Κάθε επιβεβαίωση γύρω από τον χαρακτήρα του περιεχομένου της αντίληψης είναι ήδη ευθύνη της αντιληπτικής κρίσης, είναι η κρίση που εγγυάται το περιεχόμενο της αντίληψης και όχι αντίστροφα. Η αντιληπτική κρίση έχει μια ελευθερία συμπερασμού που το περιεχόμενο της αντίληψης, ως άφρον και ανώφελο, δεν έχει. Είναι προφανές ότι για τον Peirce η αντιληπτική κρίση, βεβαιώνοντας ότι η καρέκλα είναι κίτρινη, διατηρεί ένα ίχνος της πρωτογενούς εικονικότητάς της. Παρ’ όλ’ αυτά την αποατομικεύει: «Η αντιληπτική κρίση λέει χωρίς καμία ιδιαίτερη έγνοια ότι εκείνη η καρέκλα είναι κίτρινη. Το ποια μπορούσε να είναι η ιδιαίτερη απόχρωσή της, το χρώμα της, η καθαρότητα του κίτρινου, αυτό δεν είναι λογαριάζεται. Το περιεχόμενο της αντίληψης είναι αντίθετα τόσο λεπτομερώς εξειδικευμένο που να απεξαρτά εκείνη την καρέκλα από οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο».